Πίσω στο 1998! Τότε, για όσους δεν το ξέρετε, πήγα πρώτη φορά στη σαλόνικα! Και από τότε, με μικρές ή μεγάλες διακοπές είμαι εκεί για σχεδόν 10 χρόνια!
Σήμερα καθόμουν και έλεγα στη Βασούλα για το πως πέρασα εκείνους τους πρώτους μήνες στη Σαλόνικα! Τότε το βαλάντιό μου δεν ήταν μεγάλο και φρόντιζα, για λόγους που ακόμη αγνοώ, να το κρατάω υπερβολικά μικρό! Θυμάμαι λοιπόν ότι ο πρώτος μήνας στη Θεσσαλονίκη είχε περάσει τόσο παρομοιωδώς λιτά. Πρέπει να μην ξόδεψα πάνω από 25000 δραχμές εκείνο τον πρώτο συνεχόμενο μήνα που έμεινα στη Θεσσαλονίκη (Νοέμβρης του 1998).
Τα πράγματα είχαν κάπως έτσι: Φαγητό απέξω έτρωγα εξαιρετικά σπάνια, διότι οι γονείς μου έστελναν κάθε 15 μέρες με το πλοίο ένα σωρό φαγητά, τα περισσότερα εκ των οποίων έμπαιναν στην κατάψυξη! Έτσι άνα 15 μέρες, κάθε δεύτερη Κυριακή, έτρεχα αργά το βράδυ (από 10 εως 4 το ξημέρωμα) στο πλοίο για να πάω να πάρω τα φαγητά. Τα οποία ήταν πάρα πολλά! Η μεταφορά τους στο σπίτι ήταν μια διαδικασία τραγική, γιατί σχεδόν ποτέ δεν έβρισκα ταξί εκτός αν έφτανα στην Εγνατία! Από το λιμάνι, λοιπόν, ως την Εγνατία, περπατούυυυσα κουβαλώντας πολλά δέματα, κάτι που με εξουθένωνε! Αλλά το πραγματικό δράμα άρχιζε, όταν πχ έπρεπε να τρώω κατεψυγμένη σπακανόπιτα ή ρύζι (το οποίο ρύζι πραγματικά δεν τρωγόταν) ή κοτόπουλο ψητό από το ψυγείο για 4 και 5 μέρες. Το φαγητό ήταν μια διαδικασία αναγκαστική, αλλά απόλυτα βαρετή, με τέτοιες αδιάφορες γεύσεις.
Επίσης, τα ψώνια μου συνήθως περιοριζόταν σε δημητριακά, γάλα, ψωμάκι φρέσκο (πωωω τώρα θυμήθηκα μια κοπέλα που θα ορκιζόμουν ότι ήταν σκανδιναβή, και η οποία ήταν σε ένα φούρνο από όπου έπαιρνα συνέχεια ψωμί και πάντα μου χαμογελούσε και της χαμογελούσα και εγώ) και μακαρόνια + κέτσαπ + τυρί τριμμένο συσκευασμένο (ένα απαίσιο έμενταλ ή κάτι τέτοιο). Σκεφτόμουν ότι με σχεδόν 110 δραχμές (ειδικά αν ήταν τα μακαρόνια όχι μίσκο, αλλά του σουπερμάρκετ από το οποίο αγόραζα - συνήθως ένας Μασούτης κοντά στην Κασσάνδρου-) + όση κέτσαπ και τυρί χρειάζεται μπορούσα να έχω φαγητό για σχεδόν δύο ημέρες!
Κάποιες φορές βέβαια το έριχνα έξω και έτρωγα πίτσα Ρομέα κατά προτίμηση. Τα σουβλάκια τους ποτέ δεν τα συμπάθησα. Τότε εκείνη η Ρομέα (μια μεγάλη σε μέγεθος) κόστιζε 900 δραχμές. Καφέδες δεν πήγαινα ιδιαίτερα πολλούς, καθότι ακόμη δεν είχα κάνει μεγάλες παρέες -ο φοιτητικός παροξυσμός ήρθε για μένα τον Δεκέμβρη, με αποτέλεσμα να μην θέλω να πάω χίο για χριστούγεννα-. Και όταν έβγαινα πηγαίναμε συνήθως στη μελενίκου ή σε κάποιο άλλο φοιτητικό, που με 450 δραχμούλες μπορούσες να πιείς καφεδάκι.
Ααα βεβαίως ότι φοιτητικό γινόταν το προτιμούσαμε! Γιατί το φοιτητικό ήταν φτηνό και διασκεδαστικό. Πήγαμε σε πάρτυ κομμάτων, σε εκδηλώσεις της σχολής κλπ κλπ! Άρχισα να πηγαίνω και στην μουσική ομάδα της σχολής μου, να γράφω στην φοιτητική εφημερίδα του βιολογικού. Όλα αυτά ήταν ωραία και τσάμπα!
Έμενα με άλλους 3 συγκατοίκους (οι οποίοι αρχικά μου ήταν άγνωστοι), εκ των οποίων έδεσα με τον Βασίλη Τσιόμαλο του οποίου τα ίχνη έχω χάσει εδώ και χρόνια! Με τους συγκάτοικους αν και δεν δέθηκα, λοιπόν, παίζαμε χαρτιά, βλέπαμε τιβί αρκετές ώρες! Καμιά φορά ο θεοδόσης, που δεν συμπαθούσα μας άφησε να μπαίνουμε στο δωμάτιό του και να παίζουμε Sega ή κάποια άλλη παιχνιδομηχανή!
Είχα και κινητό, αλλά όχι σταθερό τηλέφωνο. Το κινητό το είχα για να με πέρνουν οι γονείς μου, ή να στέλνω εγώ κανένα μήνυμα σπανίως. Αλλά το σαβ/κο είχε ειδική χρέωση στις κλήσεις και έπαιρνα τους πολύ αγαπημένους φίλους μου από τη χίο (οι οποίοι με άφησαν μόνο και έρημο να πάω σαλόνικα, ενώ εκείνοι ή έμειναν χίο ή πήγαν αθήνα).
Τότε όμως ήμουν ερωτευμένος με την Σία. Για να μπορώ να της μιλάω συχνά (τότε πίστευα ότι αν με επιμονή της έδειχνα ότι την θέλω, θα την κατάφερνα να με ερωτευτεί) αναγκαζόμουν να πέρνω τηλεκάρτες και να πηγαίνω σε ένα καρτοτηλέφωνο να την πέρνω τηλέφωνα. Για ένα διάστημα, κάθε μέρα γύρω στις 8 το βραάδυ τσουπ πήγαινα στο καρτοτηλέφωνο και της τηλεφωνούσα. Αυτό σταμάτησε όταν είδα τον προϋπολογισμό μου να γίνεται ζμπαράλια και την υπομονή μου να εξανεμίζεται (πότε πρόλαβε άραγε).
Το δωματιάκι μου, ήταν ένα δωμάτιο 2.5χ5. Χωρούσε γραφείο, βιβλιοθήκη, ντουλάπα, κρεβάτι μονό και το συνθεσάιζερ μου! Α και ένα μικρό ψυγειάκι. Δεν είχε μπαλκόνι, αλλά είχε ένα παράθυρο (που έβλεπε τη σαλονίκη από τον 8ο όροφο) μπροστά από το οποίο είχα το γραφείο μου! Μια 14άρα τηλεόραση συμπλήρωνε το σετ.
Πόσο λιτά μπορούσα να ζήσω και να είμαι χαρούμενος; Υπάρχει και η άλλη εκδοχή, βέβαια, που ισχυρίζεται ότι ο καιρός στο πέρασμά του, γλυκιά θαμπάδα ρίχνει στη μνήμη, η οποία γίνεται ανυπόφορα και μελαγχολικά νοσταλγική.
Tags: φοιτητικά Comfis δραχμές πρωτοετής